Νύχτα μου ‘ρθαν στο μυαλό εικόνες και κόλλησαν εκεί μέσα. Καλά, νύχτα έρχονται οι σκέψεις οι βαθειές, δεν είναι δα, και νέο. Κι οι καλές κι οι κακές. Και αυτές που σε κάνουν να στριφογυρίζεις στα στρωσίδια σαν έλικας ελικοπτέρου κι εκείνες που σου φέρνουν το βάζο με το μέλι τούμπα στον λαβύρινθο του εγκεφάλου και σε κοιμίζουν λάου λάου.

Τώρα δα, να μόλις τώρα, ήρθανε κάτι καλοκαίρια τριαντακονταετίας πριν, από το πουθενά. Εκεί που μούλιαζα στον καναπέ λόγω της κουφής ζέστης κι αυτού του Σεπτέμβρη και στην προσπάθεια μου επάνω να καταλάβω μια από τις πιο περίεργες ταινίες που έχω δει τα τελευταία χρόνια, άκουσα τη μηχανή ενός αυτοκινήτου να μαρσάρει. Αυτό ήταν! Μου ‘ρθε φλααααπ μια φλασιά σαν δυνατό χαστούκι. Βρέθηκα με μιας στον παραλιακό δρόμο του χωριού που μας έβγαζε έξω από την είσοδο της μοναδικής ντισκοτέκ που υπήρχε στην περιοχή αλλά και στα περίχωρα. Μάρσαρε τη μηχανή του το αυτοκίνητο και ξυστά πέρασαν δίπλα μας ένα ασημί αγροτικό κι ένα ζάσταβα άσπρο της σκόνης του χωματόδρομου.

Φρεσκολουσμένες Αθηναίες, τίτλος που μας χαρακτήριζε και μας το πλάσαραν οι μεγαλύτερες  γυναίκες του χωριού, με κάποιο υπονοούμενο περί ελευθερίας ηθών και εκμοντερνισμού – φτου εξ απ’ το χωριό – και ντόπιες  σουσουράδες νοικοκυροκόριτσα με χαμηλά τα μάτια αλλά φίλες καρδιακές από τα γεννοφάσκια μας, από μάνες αδελφές, ξαδέλφες και κουμπάρες, μοιραζόμαστε τις καλοκαιρινές διακοπές στο ψαροχώρι. Καλοκαίρι μεγάλο από αυτά που νομίζεις πως κρατούν για πάντα και που όταν τελειώνει στεναχωριέσαι αλλά ξέρεις ήδη πως το πάντα θα ξαναέρθει και πάλι.

Το πρωϊνό νοικοκυριό, αναπόφευκτο κακό για να γίνουμε σωστές αυριανές κυράδες στα σπίτια μας, μετά το πολύωρο μπάνιο στο λιμάνι μαζί με όλα τα παιδια του χωριού. Παιχνίδια και ακροβατικά στο αόρατο λουνα πάρκ που στηνόταν για μήνες στη θάλασσα. Μεσημεριάτικο στρώσιμο τραπεζιού,πλύσιμο των πιάτων και αναγκαστική σιέστα στρωματσάδα  στο ξύλινο πάτωμα με πνιχτά γελάκια και ψουψούδικα κουτσομπολιά κάτω από τα σεντόνια. Απογευματινή αγγαρεία το σερβίρισμα του καφέ σε όλους τους μεγάλους και κέντημα με το ζόρι μια και οι αυριανές κυρίες του σπιτιού έπρεπε να έχουν έτοιμη και την προίκα τους.Βραδάκια με περατζάδες στον μοναδικό κεντρικό δρόμο, νυφοπάζαρο με μυρωδάτα φορέματα και σαλοπέτες της εποχής να κοπανάμε με ανέμελη ξιπασιά τα Σολ τσόκαρα μας στην άσφαλτο και να μη μας νοιάζει, μια. Βράδυ πάρα βράδυ, τα τσόκαρα μας οδηγούσαν έξω από την ντισκοτέκ με τις ασημένιες μπάλλες της να μας υπνωτίζουν για να μπούμε στην χρωματιστή της πίστα. Άλλο που δεν μπαίναμε πάντα. Ήταν βλέπεις και η παραφροσύνη των μεγάλων με τις εξόδους και τις ντίσκο που πάνε οι μαντραχαλάδες και την κοκακόλα που έπρεπε να ανοίξει ο σερβιτόρος μπροστά μας, ρεζίλι αλλά άντε να πεις κουβέντα. Με τούτα και μ’ εκείνα όμως κάναμε συχνά την είσοδο μας στη ντίσκο. Οι γονείς μας περίμεναν με τις ζακέτες στις βεράντες ίσα για να μας πουν..”τι ώρα είναι αυτή που γυρίζεις” και καπάκι να πέσουν για ύπνο κάνοντας πάντα πριν, την προσευχή τους, παρακαλόντας σιωπηρά να μην δίνουμε δικαιώματα στο χωριό. Τους λέγαμε πως και πάλι περάσαμε τις ώρες μας στη γέφυρα κοιτάζοντας το κενό σε βαθύ μαύρο της νύχτας και σε βαθύ μπλέ της θαλασσας, τραγουδώντας και λέγοντας αστεία που ήτανε κ η πραγματικότητα της βραδινής μας ζωής όλες τις υπόλοιπες ημέρες χωρίς ντισκοτέκ. Κι ήτανε και οι μέρες, λίγες ευτυχώς, που μέναμε κι εμείς στη βεράντα με τους μεγάλους πλήττοντας, χωρίς ίχνος σεβασμού με την παράξενη υπεροψία της εφηβείας και χωρίς ζακέτα. Τρώγαμε στη μάπα επισκέψεις με μεσήλικες γειτόνισες και θειάδες, τριανταπέντε χρονώ γεμάτα, που ερχόντουσαν κι αυτές πάντα μυρωδάτες με ρόλει στα μαλλιά κι άρχιζαν τις μουσικές καρέκλες. Η μία να τη βγάζει από τη βεράντα στην κάτω αυλίτσα, η άλλη να κάθεται στη βεράντα, μια τρίτη στο πεζοδρόμιο και όλες μαζί να καταλήγουνε στο τέλος στη μέση του δρόμου, κάτω από τον στήλο της ΔΕΗ, να τρώνε ηλιόσπορο και να παραπονούνται για τα τσιμπήματα των κουνουπιών χτυπώντας με βίτσες τα πόδια τους. Κι αυτό… κάθε βράδυ. Γειτόνισσα, καρέκλες, δρόμος, ηλιόσπορος, κουνούπια, κουτσομπολιό! Κάθε γωνία της πλατείας είχε κι από μια ζωηρή ομάδα έτσι ώστε να νιώθεις πως έχεις περικυκλωθεί και απλά πατάς τα κουμπιά για ν’ αλλάξεις κανάλι μπας και πέσεις σε κάτι πιο ενδιαφέρον.Απ’ αυτά κι αυτά, μόλις έφτασα στην επιτρεπτή, ας πούμε, ηλικία για είσοδο στη ντισκοτέκ έκανα την επανάσταση μου μη θέλοντας να συμμετέχω άλλο στο παιχνίδι καρεκλών. Κι έτσι μπήκε η ντισκοτέκ, η παλιά ντισκοτέκ, στη ζωή μου ή καλύτερα εγώ μπήκα σε αυτή. Άλλος κόσμος! Ο δικός μου κι ολόκληρος ο κόσμος της Πάττυ, οι ιστορίες της οποίας εξελισσόντουσαν και ταυτίστηκαν με τις δικές μου μέσα από τις σελίδες του περιοδικού της εποχής. Ιστορίες για κορίτσια μοντέρνα κι ανήσυχα, που ήθελαν να χορεύουν, να ερωτευτούν, να σπουδάσουν, να είναι φίλες για πάντα και όταν μεγαλώσουν να παντρευτούν τον ωραίο Τζόνυ και να ζήσουν μαζί χάπυ φορ έβερ!

Στη ντισκοτέκ δεν ήτανε ωραία μόνο γιατί τα φωτάκια της που στριφογύριζαν κι άλλαζαν δεκάδες χρώματα έκαναν το καλοκαίρι να μοιάζει αλλιώτικο. Δεν ήταν ωραία μόνο γιατί η νύχτα καμάρωνε πάνω στα μπλουζάκια μας με τις ιδρωμένες σιδερότυπες στάμπες κι ούτε γιατί ο ήχος της θάλασσας, οι γρύλοι και οι κουκουβάγιες μπλέκανε τους ήχους τους μ’ αυτόν της μουσικής κι…ο! μον αμουρ εκουτε μουα. Ήταν ωραία στη ντισκοτέκ γιατί ήταν κι αυτά τ’ αγόρια με τα μάτια τα μελιά, τα σώματα τα σφριγηλά και τα μαλλιά με τις αντάυγιες από τον ήλιο και το κάψιμο του αλατιού. Αγόρια που το πρωί ήταν άλλα. Σοβαρά και μετρημένα να βοηθούν τους γονείς τους στις στις δουλειές και στις αγγαρίες δίχως να χαλαλίζουν μια κουβέντα όταν σε έβλεπαν. Κι άλλα αγόρια γινόντουσαν το βράδυ στη ντισκοτέκ. Άνετοι,ωραίοι τύποι με πόλο μπλουζάκια και καλοσιδερωμένα τζην που πίνανε το ποτό τους κοιτάζοντας  μια την πίστα και μια την είσοδο δίχαμου τάχαμου χωρίς να περιμένουν κάποια. Περιμένανε αλλά κάποιοι δεν το λέγανε κι άλλοι δεν το ήξεραν ακόμη.

Κι ύστερα ήταν οι χοροί. Οι χοροί, αχ! Αυτοί οι χοροί με τα τραγούδια να εναλλάσουν γλώσσες από Ιταλικά σε Γαλλικά και από Αγγλικά σε Ελληνικά. Και βέβαια γνωρίζαμε να τραγουδάμε τους στίχους τους σε όλες τις γλώσσες και με προφορά. «Ζετέμ…ζετέμ,  κι α φαρ λαμόρε κομιντσια του,», Χοροί εντυπωσιασμού, πρόκλησης, πρόσκλησης, καρφώματος με νόημα και βλέμματος φωτιά. Ιδρωμένα πουκάμισα ποτισμένα με Άκουα Βέλβα τσαλακώνονταν υπέροχα πάνω σε κοριτσίστικα στήθη και παπούτσια μπαλαρίνες χοροπηδούσαν σε όλους τους ρυθμούς πάνω στην πίστα που γλυστρούσε από την γυαλάδα και τον ιδρώτα που έσταζε.

 “Ναι! στο επόμενο θα καθίσουμε”,

“αν δεν είναι ωραίο το επόμενο τραγούδι θα κατεβουμε”,

 “πάω να κάτσω – πήγαινε κι έρχομαι”. Και δώστου να χορεύουμε και να γελάμε. Και να καμαρώνουμε γιατί είχαμε μάτια και στην πλάτη και βλέπαμε το μπάρ, τον μπάρμαν, που άλλος ήταν φέτος, τα τραπέζια, την είσοδο, ποιός έμπαινε, ποιός έφευγε και σταμπάραμε τον έρωτα που ερχότανε με το ποτό του και μια πολύχρωμη ομπρελίτσα στον ανανά του. Και χόρευε κι ο χρόνος κι ίδρωνε και μάζευε κι αυτός ώσπου ν’ αρχίσει να σε σκουντάει μέχρι να σε φέρει πίσω στα συγκαλά σου. Πίστα γεμάτη, μουσική στη διαπασών που ταξίδευε μέσα από τις ελιές και τις συκιές που πήδαγε τις μάντρες των σπιτιών κι έμπαινε από τα ανοιχτά παράθυρα να ταράξει τον ύπνο των μεγάλων. Όταν ερχόταν η ώρα τα μαζεύαμε και φεύγαμε γεμάτες έξαψη και φούμαρα για μυαλά πριν δούμε τη σκιά των μανάδων μας να εμφανίζεται με τη ρόμπα στην άλλη άκρη του δρόμου, να μας κάνει σήματα με τα χέρια «ελάτε και θα δείτε αν θα ξαναβγείτε. Τα κλειδιά περιμένατε να πάρετε?», Ω! Τι πίκρα να τελειώνει έτσι η βραδιά!

Τις πιο πολλές φορές όμως επιστρέφαμε κορίτσια και αγόρια μαζί από τον χωματόδρομο, συνήθως με γέλια και κουβέντες ή με λαχάνιασμα, γρήγορο βηματισμό και λίγο φόβο για να προλάβουμε τη σκιά που λέγαμε και το κατσάδιασμα μαζί. Όπως και να ‘χε όμως ήταν γλύκα η επιστροφή. Με γέλια και ξεκαρδίσματα, πειράγματα και φωνές. Είχε κρυφαγγίγματα, δαχτυλάκια μπλεγμένα ένα μικρό κουβάρι, κοιτάγματα ντροπαλά κ σέξυ που τότε δεν ξέραμε ακριβώς τι ήταν αυτό το σέξυ, το υποψιαζόμασταν μόνο όπως νόμιζε ο καθένας. Υποσχέσεις δειλά αλλά ανυπόμονα ειπωμένες για ραντεβού στο αυριανό μπάνιο χωρίς να το ξέρουν οι άλλοι της παρέας κι ας το ξεραν όλοι, ήδη. Ακολουθούσε κλείσιμο  ματιού να χαμε να ονειρευτούμε το βράδυ. Τιραντάκια πέφτανε τυχαία, ένα ξεσκόνισμα της φούστας γιατί της είπε πως γέμισε φύκια κ χώμα, μπράτσα μαυρισμένα από τον ήλιο που γυάλιζαν κάτω από το φεγγάρι κολλούσαν από το γρήγορο βάδην και την υγρασία κι έμεναν εκεί, έτσι, τυχαία. Όλα, τυχαία. Και στο φτάσιμο έξω από τα σπίτια μας, μια καληνύχτα αδιάφορη μια και η σιωπηλή πλατεία δεν επέτρεπε παραπάνω κουβέντες  μα και τόσο γεμάτη από τη νύχτα που πέρασε στη ντισκοτέκ. Λίγο πριννα ‘ρθει ο λογαριασμός της μέρας, ξαπλωμένες με μισογερμένα βλέφαρα κρατούσαμε τον απόηχο της μουσικής και ψιθυρίζαμε ρεφραίν από τραγούδια, νανουρίζοντας το κορμί μας με τις τελευταίες νοερές φιγούρες του χορού. Κι ύστερα…μα δεν υπάρχει ύστερα.

 «Πως δεν υπάρχει!». Γι’ αυτό κι έρχεται το ένα ύστερα μετά το άλλο και μαζεύονται και γίνονται από ύστερα το.. τώρα. Ένα φούντωμα μ’ ανακατεύει και τα φώτα της ντισκοτέκ σβήνουν μαζί με τα φώτα του κήπου. Χρονοδιακόπτης! Ένας χρονοδιακόπτης στον κήπο, στις θύμησες και στη ζωή μου. Τον ρύθμισα κάποια στιγμή που δεν θυμάμαι πια και αφού είχα ήδη γίνει εγώ η μεγάλη πια, στο σπίτι μου,με την προίκα μου αλλά χωρίς Τζόνυ.Τον ρύθμισα τον διακόπτη για να μου θυμίζει πότε να μπω στο άλλο μουντ, στο άλλο σπίτι, στην άλλη ζωή μην και παρασυρθώ και δεν θέλω να βγώ ποτέ από τη ντισκοτέκ, μην και παρατήσω τα σχέδια για τα όνειρα. Δεν πειράζει, ας είναι. Μια ιστορία της ζωής ακόμη, λοιπόν. Πατάω οκ για να συνεχίσω την ταινία που δεν καταλαβαίνω με ψυχαναγκαστική διάθεση και βάζω στο στόμα μου μια νουαζέτα με φουντούκι. Κατάλοιπο κι αυτό του τότε, που γυάλιζαν πράσινα πράσινα στη φοντανιέρα και έκαναν τζιζ όταν απλώναμε το χέρι. Το έφαγα με μια νοσταλγία και τη διάθεση να κρατήσω τη γλύκα μιας νύχτας στη ντισκοτέκ! Ο κόσμος μου είναι αυτός. Και νομίζω πως ζω όμορφα σε αυτόν γιατί τον μεταμόρφωσα σε ντισκοτέ. Με τις μπάλλες του να γυρνούν πότε απλώνοντας χρώματα και πότε απλά να κρέμονται μόνο και μόνο για να γεμίζουν το ντεκόρ του.Τα φωτορυθμικά του που μια σε ανεβάζουν χαρούμενα χαρίζοντας σου την ψευδαίσθηση πως όλα θα είναι καλά, για πάντα και μια που σε ζαλίζουν χωρίς να έχεις την αίσθηση του ποιός είσαι και που πας. Ο κόσμος μια ντισκοτέκ! Κι είναι όμορφος και λάθος και τότε και τώρα. Σωστός δεν ήτανε ποτέ αλλά δεν το βάζω κάτω. Δικός μου είναι και θα τον γυρνάω κάθε μέρα και θα χορεύω στην πίστα του. Και θα τον ταξιδεύω. Πολύ. Για να τον μάθω όσο γίνεται, όσο με κρατούν τα πόδια μου στην πίστα του κι ας μην τον έχω καταλάβει ακόμη, κι ας μην τον καταλάβω και ποτέ. Να, όπως η ταινία” Λιτλ Τζο” που είπα να δω απόψε… 

Κοινοποίησε το άρθρο