Η Κυριακή των μικρών θαυμάτων
Μικρές στιγμές είναι η Κυριακή.
Αργό το ξύπνημα· τα μάτια ανοίγουν ίσα να πάρουν φως κι έπειτα μια μυρωδιά καφέ ζεσταίνει τη μνήμη.
Ένα αυγό τηγανητό που πιτσιλάει, ψωμί βουτυρωμένο κι εκείνη η πρώτη ανάσα απόλαυσης πάνω από το ανοιχτό βιβλίο.
Ψάχνω παλμό στο ραδιόφωνο, βρίσκω ένα τραγούδι που αγαπώ και χαίρεται η ψυχή μου.
Η γάτα μου τραβά τη χνουδωτή κάλτσα και μια γαλήνη κυλά μέσα μου ήσυχα.
Μετέωρη πάνω στο ροζ χαλάκι, εστιάζω στο τρίτο μάτι∙ ψάχνω όμορφα λόγια για να πω στον εαυτό μου, να ανοίξω λίγο ακόμη την καρδιά μου.
Στην απογευματινή μου βόλτα μούλιασαν τα παπούτσια, μα δεν μ’ ένοιαξε· η βροχή καθάρισε το βλέμμα μου.
Γεύτηκα μπισκότα κανέλας κι αφέθηκα στο μαλακό βούλιαγμα του απογεύματος που έφευγε.
Ύστερα έπλυνα τη μέρα από το πρόσωπό μου και ξάπλωσα, διπλώνοντας τις χούφτες κάτω από τον λαιμό.
Και τότε άρχισα ιστορίες να μου λέω, να χαϊδέψω τα αυτιά μου και να ασφαλίσω τα παραθύρια της μέρας.
Μικρά τα θαύματα που μου χαρίστηκαν και σήμερα.
Ας είναι ευλογημένα, σκέφτηκα — και αποκοιμήθηκα.
The Sunday of Small Wonders
Small moments make up a Sunday.
A slow awakening; my eyes open just enough to catch the light, and then the scent of coffee warms my memory.
A fried egg sizzling, buttered bread, and that first breath of pleasure above an open book.
I search for a heartbeat on the radio, find a song I love, and my soul lifts.
My cat tugs at my fluffy sock, and a quiet calm flows through me.
On my pink mat, I focus on the third eye — looking for gentle words to tell myself, to open my heart a little more.
During my afternoon walk, my shoes soaked through, but I didn’t mind; the rain cleared my gaze.
I tasted cinnamon cookies and let myself sink softly into the fading afternoon.
Later, I washed the day from my face and lay down, folding my hands beneath my neck.
And there I began telling myself stories — to soothe my ears and lock the windows of the day.
Small the wonders gifted to me today.
May they be blessed, I thought — and I drifted to sleep.