Πριν μας πάρουν απ' το σπίτι

Οι άδειες καρέκλες έχουν ιστορίες να σου πουν.
Σαν τους ανθρώπους. Για τους ανθρώπους ήταν κι αυτές.

Κάποιος τις έφτιαξε, άλλος τις αγόρασε και ο ίδιος τις στόλισε στο σπίτι του.
Δέχθηκαν κόσμο, άκουσαν λόγια, κι άλλες — οι δόλιες — έσπασαν επάνω στον καυγά.

Γίνανε ζευγάρι και έκαναν παρέα με μαξιλάρια χρωματιστά και καλύμματα με κλάρες.
Με τις απέναντι γύριζαν ένα γύρω τη σκαλιστή τραπεζαρία.

Ερωτεύτηκε την πλάτη εκείνης της κοπέλας που ακουμπούσε πάνω της
και ζέστανε το κάθισμά της για το μωρό που κοίμισαν εκεί ένα βράδυ.

Την έσυραν χέρια βαριά στη μέση ενός ζεμπέκικου
κι έγινε θρόνος για να καθίσει μια βασίλισσα.

Πόνεσε πολλές φορές όταν πατούσαν πάνω της για να φτάσουν το βάζο στα ψηλά
και έγερνε πίσω να ρίξει τους απρόσεχτους — για τιμωρία.

Βάφτηκε, φτιασιδώθηκε και λουστραρίστηκε ξανά και ξανά,
μέχρι να ξεχαρβαλωθεί
απ’ το τελευταίο κάθισμα του γέρου ιδιοκτήτη της.

Βούλιαξε σαν έφυγε κι ο τελευταίος απ’ το σπίτι.
Φορτώθηκε μαζί με τις γειτόνισσες
και φύγανε για πού — ποιος ξέρει.

Κοιτάχτηκαν βουβές
και τρέκλισαν στο άγνωστο.

Κοινοποίησε το άρθρο