{Ένα δοκίμιο για την ησυχία μέσα μας}

Αγαπώ τη μοναχικότητα.
Αυτή την αίσθηση ειρήνης με τον εαυτό μου.
Της αυτογνωσίας και της πληρότητας που μου προσφέρει η παραμονή μου
σ’ ένα δωμάτιο ήσυχο και φωτεινό.

Αυτή η συνειδητή επιλογή μου είχε παρθεί από καιρό.
Όμως, έπειτα από ένα δύσκολο τελευταίο καλοκαίρι,
ήταν κι η ανάγκη που με έσπρωξε
να αφήσω πίσω μου τον πολύ θόρυβο.

Στη ζωή μου εκτέθηκα πολύ σε αυτόν.
Από άγνοια. Από ανάγκη.
Από υπερβολικό ζήλο κι από καλοσύνη.

Έβγαινα μπροστά όχι για να φανώ,
μα για να βοηθήσω, να χαρίσω, ν’ αγαπήσω
και —φυσικά— να αγαπηθώ.

Για χρόνια ολόκληρα η ζωή μου ήταν σε δημόσια προβολή.
Ανοιχτή στο ευρύ κοινό.
Χωρίς εισιτήριο.

Δέχθηκα σχόλια, κρίσεις, επικρίσεις και παρατηρήσεις
στο όνομα μιας γνώμης που δεν ζήτησα.

Η απομάκρυνση από τον κοινωνικό περίγυρο κρίθηκε απαραίτητη.
Έτσι μπόρεσα ν’ αναπνεύσω αργά
και ν’ ακούσω το μυαλό μου να βουίζει ευχάριστα.

Ακούω τις σκέψεις μου
και μου μιλάω για τα σχέδιά μου.
Δίχως βιασύνη.
Δίχως κριτική.
Και χωρίς συμβουλές.

Ακούω και την καρδιά μου να χτυπά ρυθμικά
και, καμιά φορά,
παίρνει τον ρυθμό ενός τραγουδιού που αγαπώ.

Η γαλήνη που νιώθω όταν βρίσκομαι
σε πλήρη απομόνωση — για όσο επιθυμώ —
είναι κάτι που πια εκτιμώ βαθιά.

Προσφέρω στον εαυτό μου κουβέντες
που είχα στερηθεί για χρόνια.

Η πολύβουη καθημερινότητα
γέμισε τα χρόνια της παιδικής, εφηβικής
κι ενήλικης ζωής μου.
Σαν ένα ατελείωτο δελτίο ειδήσεων.

Λες κι όφειλα να είμαι ανοιχτή κι ανεκτική
σε όλους, για όλους και για όλα —
εκτός από μένα.

Τώρα που οι επιθυμητές κοινωνικές σχέσεις
ορίζονται μόνο από μένα
και δεν επιβάλλονται πια
από κοινωνικές συνθήκες
κι εξωγενείς παράγοντες,
είναι σαν βάλσαμο ψυχής.

Και είναι τόσο σπουδαίο αυτό για μένα.
Κάλλιο αργά παρά ποτέ.

Η πολύτιμη απόλαυση
της συντροφιάς του εαυτού.
Ανακούφιση, παρηγοριά
και γιατρειά
σε χρόνιο συναισθηματικό πόνο.

Κι αυτό το λένε
μοναχικότητα.

Κοινοποίησε το άρθρο