[ένα ποίημα για τη μάνα μου]

Σαν μυρωδιά σε κράτησα στη μνήμη. Πούδρα ανάκατη με λίγη λακ για τα μαλλιά.

Όταν θέλω να κρατηθώ γενναία μυρίζω λίγο από σένα κι η καρδιά μου ανεβαίνει.

Έπειτα σκέφτομαι τη δυνατή παλάμη σου και πλέκω μέσα σ αυτήν τα δάχτυλα μου. Έτσι όπως με κράταγες παιδάκι κι όπως σε κράτησα εγώ μέχρι το τέλος.

Κι ύστερα πάλι η μυρωδιά σου γίνεται χώμα, βρεγμένο από λάδι και στο ξάπλωμα μου το μαξιλάρι μου μυρίζει ξύλο που καίγεται στο τζάκι.

Τα καλοκαίρια αλλάζει σαν καθαρός ιδρώτας που στέγνωσε με λίγη αρμύρα στη μασχάλη. Βρεγμένο μπλουτζήν από το πότισμα και μυρωδιά λαστιχένιας γαλότσας. Μύριζες και σαν το κρασί το κόκκινο όπως αυτό που φτιαχνες πριν τις γιορτές. Μια ζωγραφιά στο δρόμο μου φερε τις μυρωδιές σου, μάνα. Τις ανακάτωσα όλες μαζί κι η ανάμνηση πήρε και πάλι το βαθύ γαλάζιο των ματιών σου.Σε πόνεσα, μάνα! Πόσο μου λείπεις!

Κοινοποίησε το άρθρο